← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #413

August 06, 2022

η
χ
ε
ί
ς
Definition verb

ηχείς — «ηχείς» = «ηχείς/ηχείς» (β΄ ενικό ενεστώτα του «ηχώ»): βγάζεις ήχο, αντηχείς.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word