August 27, 2022
ψήνου — Μορφή του ρήματος «ψήνω»: (εγώ) ψήνω, δηλ. μαγειρεύω/ψήνω κάτι στη φωτιά ή στον φούρνο.
View all Ελληνικά words
Report bad word