September 3, 2022
ρίπτω — στους τύπους ερρίφθη, ερρίφθησαν (3α πρόσωπα παθητικού αορίστου, ιδίως στα σύνθετά τους)
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης