← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #460

September 22, 2022

ο
ρ
φ
ν
ή
Definition

ορφνή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφνός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word