September 30, 2022
στίφη — Πληθυντικός του «στίφος»: ομάδα ανθρώπων ή ζώων συγκεντρωμένων μαζί, συνήθως σε πλήθος.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης