← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #473

October 05, 2022

π
ά
γ
κ
ο
Definition noun

πάγκο — Επιφάνεια εργασίας ή πώλησης, συνήθως σε μαγαζί ή κουζίνα, όπου ακουμπάμε ή εκθέτουμε πράγματα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word