← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #480

October 12, 2022

α
κ
ο
έ
ς
Ορισμόςουσιαστικό

ακοές — Πληθυντικός της «ακοή»: η ικανότητα να ακούει κανείς, η αίσθηση της ακοής.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης