← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #483

October 15, 2022

έ
λ
κ
υ
α
Definition noun

έλκυα — Πληγές/έλκη στο δέρμα ή στους βλεννογόνους, συνήθως επώδυνες και δύσκολες να επουλωθούν.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word