← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #494

October 26, 2022

α
λ
ά
ν
α
Ορισμός

αλάνα — η υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης