← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #519

November 20, 2022

σ
κ
έ
ψ
η
Definition noun

σκέψη — Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να σκέφτεται κανείς· μια ιδέα ή συλλογισμός.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word