← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #524

November 25, 2022

κ
ο
π
έ
ς
Definition noun

κοπές — Πληθυντικός του «κοπή»: οι τομές/κοψίματα ή οι διακοπές (π.χ. ρεύματος) από κόψιμο.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word