← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #539

December 10, 2022

ά
λ
μ
ε
ς
Definition

άλμες — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλμη

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word