← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #550

December 21, 2022

σ
φ
ί
γ
ξ
Definition noun

σφίγξ — Μυθικό πλάσμα με σώμα λιονταριού και κεφάλι γυναίκας, γνωστό από τον μύθο του Οιδίποδα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word