← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #568

January 08, 2023

ά
μ
α
θ
η
Definition

άμαθη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμαθος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word