January 13, 2023
έκοβα — Παρατατικός του «κόβω»: έκοβα κάτι, δηλ. το έκοβα/έκοβα κομμάτια (συνήθως επαναλαμβανόμενα ή για κάποιο διάστημα).
View all Ελληνικά words
Report bad word