← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #582

January 22, 2023

π
η
λ
ό
ς
Definition

πηλός — αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word