← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #591

January 31, 2023

ζ
ε
ν
ί
θ
Definition noun

ζενίθ — Το υψηλότερο σημείο ή η κορύφωση (π.χ. της πορείας του ήλιου ή μιας εξέλιξης).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word