← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #600

February 09, 2023

ά
ψ
ι
λ
η
Definition

άψιλη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άψιλος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word