← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #616

February 25, 2023

μ
ι
σ
έ
ς
Definition adjective

μισές — Θηλυκός πληθυντικός του «μισός»: που είναι στο μισό, όχι ολόκληρες.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word