WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

οδικά

adverb

οδικάΕπίρρημα που σημαίνει «οδικά», δηλαδή με οδικό τρόπο/μέσω δρόμου (π.χ. μεταφορά οδικώς).

Daily Puzzle #619 · 28 Φεβρουαρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα