← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #629

March 10, 2023

μ
ύ
λ
ε
ς
Definition noun

μύλες — Οι μύλες είναι οι πίσω γομφίοι, τα μεγάλα δόντια που μασούν την τροφή.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word