Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΓΑΙΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
γαίας
noun
γαίας
—
Γενική ενικού της «γαία»: η γη, το έδαφος.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
noun
genitive, singular
γενική ενικού του γαία
genitive, singular
γενική ενικού του Γαία
Τύποι
Γαίας
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#633 · 14 Μαρτίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις