WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ιτιάς

noun

ιτιάςΓενική ενικού της «ιτιά», δηλ. του δέντρου ιτιά (willow).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #641 · 22 Μαρτίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα