← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #651

April 01, 2023

έ
λ
υ
α
ν
Definition verb

έλυαν — Παρατατικός του «λύνω»: αυτοί/αυτές/αυτά έλυναν κάτι (π.χ. πρόβλημα, κόμπο).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word