← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #665

April 15, 2023

α
φ
ε
θ
ώ
Definition verb

αφεθώ — Τύπος του ρήματος «αφήνω»: να αφεθώ = να χαλαρώσω/να παραδοθώ, να αφήσω τον εαυτό μου.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word