← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #676

April 26, 2023

ξ
έ
ν
η
ν
Definition noun

ξένην — Αιτιατική ενικού του «ξένη»: γυναίκα που δεν είναι από εδώ, άγνωστη ή επισκέπτρια.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word