← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #682

May 02, 2023

π
ί
ρ
ο
ι
Definition noun

πίροι — Μεταλλικοί πείροι/καρφιά που χρησιμοποιούνται για στερέωση ή σύνδεση εξαρτημάτων.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word