← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #688

May 08, 2023

α
ύ
ξ
ο
ν
Definition

αύξον — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αύξων

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word