← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #691

May 11, 2023

β
ό
η
σ
ε
Definition verb

βόησε — «βόησε» = έκανε δυνατό θόρυβο/βούιξε (αόριστος του «βοάω»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word