← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #697

May 17, 2023

α
γ
έ
ρ
α
Definition noun

αγέρα — Ο αέρας, το ρεύμα αέρα (συνήθως δροσερό) που φυσά.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word