← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #703

May 23, 2023

σ
ν
ο
μ
π
Definition

σνομπ — που φέρεται σαν να ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη, που θεωρεί κατώτερους τους γύρω του και τους συμπεριφέρεται απαξιωτικά

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word