May 28, 2023
θιγεί — Μορφή του ρήματος «θίγω»: να αγγίξει ή να θίξει (να προσβάλει/να αναφέρει κάτι ευαίσθητο).
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης