← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #731

June 20, 2023

έ
ρ
ω
τ
ά
Definition noun

έρωτά — Τον έρωτα, δηλαδή την έντονη ρομαντική αγάπη ή το πάθος για κάποιον.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word