← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #739

June 28, 2023

ώ
ρ
ι
μ
η
Definition adjective

ώριμη — Που έχει ωριμάσει, έχει φτάσει στο κατάλληλο στάδιο ανάπτυξης ή ετοιμότητας.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word