← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #757

July 16, 2023

β
ά
ψ
τ
ε
Ορισμός

βάψτε — β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάφω

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης