← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #763

July 22, 2023

α
π
ί
κ
ο
Definition

απίκο — κατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word