July 27, 2023
πέσαν — «πέσαν»: λαϊκή/προφορική μορφή του «έπεσαν» (αόριστος του «πέφτω»), δηλ. «έπεσαν κάτω» ή «έπεσαν πάνω σε κάτι».
View all Ελληνικά words
Report bad word