← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #768

July 27, 2023

π
έ
σ
α
ν
Definition verb

πέσαν — «πέσαν»: λαϊκή/προφορική μορφή του «έπεσαν» (αόριστος του «πέφτω»), δηλ. «έπεσαν κάτω» ή «έπεσαν πάνω σε κάτι».

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word