← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #774

August 02, 2023

τ
ά
ι
ζ
α
Definition verb

τάιζα — Παρατατικός του «ταΐζω»: έδινα τροφή σε κάποιον/κάτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word