Originάχαρα < άχαρος + -α < α- + χαρά
# άχαρα < άχαρος + -α < αρχαία ελληνική ἄχαρις
- χωρίς να δίνει χαρά
- χωρίς χάρη
- accusative, neuter, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άχαρος
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0