← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #799

August 27, 2023

ά
σ
π
ρ
α
Definition

άσπρα — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word