← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #8

June 27, 2021

θ
ή
κ
ε
ς
Definition

θήκες — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήκη

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word