← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #810

September 07, 2023

ν
υ
κ
τ
ί
Definition other

νυκτί — Σημαίνει «τη νύχτα» ή «κατά τη διάρκεια της νύχτας» (δοτική του «νύξ»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word