← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #813

September 10, 2023

μ
π
ό
τ
ε
Definition noun

μπότε — Υπόδημα που καλύπτει το πόδι και συνήθως φτάνει ως τον αστράγαλο ή πιο ψηλά.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word