← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #822

September 19, 2023

ά
δ
ε
ι
ά
Definition noun

άδειά — Η άδεια είναι η επίσημη έγκριση ή το δικαίωμα να κάνεις κάτι (π.χ. άδεια από τη δουλειά).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word