← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #828

September 25, 2023

τ
ρ
ί
τ
ο
Definition adjective

τρίτο — Το «τρίτο» είναι το ουδέτερο του «τρίτος» και σημαίνει αυτό που είναι στη θέση 3 (π.χ. το τρίτο παιδί).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word