October 1, 2023
βάψου — Προστακτική του «βάφω»: βάψε (τον εαυτό σου) ή βάψε κάτι, π.χ. μαλλιά/νύχια.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης