← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #834

October 1, 2023

β
ά
ψ
ο
υ
Ορισμόςρήμα

βάψου — Προστακτική του «βάφω»: βάψε (τον εαυτό σου) ή βάψε κάτι, π.χ. μαλλιά/νύχια.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης