← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #854

October 21, 2023

ρ
ώ
γ
α
ς
Definition noun

ρώγας — Οι ρώγες είναι οι μικροί καρποί/σπόροι σε τσαμπί, όπως τα σταφύλια ή οι ρώγες ροδιού.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word