← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #859

October 26, 2023

ε
τ
έ
ρ
α
Definition adjective

ετέρα — Θηλυκό του «έτερος»: άλλη, διαφορετική (συνήθως σε φράσεις όπως «ετέρα άποψη»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word