← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #868

November 04, 2023

γ
ά
ρ
ο
ς
Definition

γάρος — το αλατισμένο νερό, στο οποίο συντηρούνται τρόφιμα (ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.λπ.). Λέγεται και άλμη ή σαλαμούρα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word