← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #874

November 10, 2023

κ
λ
ι
σ
έ
Definition noun

κλισέ — Στερεότυπη, πολυχρησιμοποιημένη φράση ή ιδέα χωρίς πρωτοτυπία.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word